Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Πατήσια


Σε ένα στενό της Δροσοπούλου κατοικώ στη Φραγκίστας. Ένα δρομάκι διαφορετικό από τα άλλα, στα Πατήσια.
Είναι καταπράσινο και καθαρό και έχει ένα πεύκο , αισιόδοξο , δίνει πνοή και μας αγαπάει. Κάθε μεσημέρι στο δρόμο μου προς τη μόρφωση κοιτώ το πεύκο ,είναι εκεί, στέκει εκεί, πάντα αισιόδοξο, πάντα πράσινο και εγώ το κοιτώ λίγο πριν βγω στη γκρίζα Δροσοπούλου. Ναι είναι γκρίζα αλλά είναι αληθινή , έχει τη αλήθεια της Πόλης και δεν είναι μίζερη από αυθεντικότητα. Βγαίνω στη Δροσοπούλου Συναντώ έναν αράπη ,μιλάει στο κινητό και ανταλλάσουμε ματιές , το ξέρω με μισεί γιατί είμαι στην Πατρίδα μου , αλλά και γω τον μισώ γιατί μιλάει δυνατά στο κινητό φωνή αράπικη δυνατή , φωνή χωριού. Μερικές φορές τους κοιτάζω με συμπάθεια τις περισσότερες με ενοχλούν, είμαι κτητικός είναι δικιά μου η Πόλη. Λίγο πιο κάτω ένας άλλος αράπης μαζεύει σίδερα από τα σκουπίδια τα βάζει σε ένα καλάθι του Σούπερ Μάρκετ , πάλι θόρυβος , οι ρόδες του καλαθιού τρίζουν στο οδόστρωμα, είμαι ρατσιστής μάλλον σκέφτομαι, ενοχές , τις προσπερνώ, έχω νεύρα ο δρόμος έχει γεμίσει μαύρους , τους φοβάμαι , στην επόμενη γωνία είναι μαζεμένοι αρκετοί , μιλάνε δυνατά και γελάνε , τους παρατηρώ, στρίβω προς Πατησίων. Έχει κίνηση το μεσημέρι πολλά αυτοκίνητα , οι οδηγοί τσιτωμένοι πατάνε κόρνα και μουντζώνουν ο ένας τον άλλον. Βρίζω γιατί μου κορνάρουν, είμαι με το ποδήλατο και τρομάζω , πολλές φορές περνάν ξυστά από δίπλα μου , είναι το προσωπικό μου δράμα, αυτοσαρκάζομαι. Παρόλα αυτά μου αρέσει η Πατησίων , νιώθω δέος με τα παλιά της κτίρια, τα μαγαζιά , τις πλατείες της , πλατεία Κολιάτσου, πλατεία Αμερικής. Στις ταράτσες των κτιρίων κοιτώ τις κεραίες, οικεία εικόνα, κουτσουλιές ανθρώπινες. Στο βάθος μετά την Αγίου Μελετίου το βλέμμα μου στρέφεται στην Ακρόπολη είναι αδύνατον να μην στραφεί. Ακουμπάει τον ουρανό , τη θαυμάζω , πάντα την κοιτάζω με θαυμασμό . Προχωρώ λίγο ακόμα και βρίσκομαι απέναντι από το Μουσείο, περιστέρια και πρεζάκια , άπλυτοι ,βρώμικοι, χαλασμένα δόντια, σωριασμένοι κάτω στο πεζοδρόμιο, τους λυπάμαι, αυτοκαταστροφή, συνηθισμένο θέαμα, τους προσπερνάω, φτάνω στο Πολυτεχνείο , κτίριο συνδεδεμένο με τη δικτατορία, είναι μίζερο πια, βαριέμαι το εδώ πολυτεχνείο δε μου λέει τίποτε. Έχει μια στάση εκεί και ένα περίπτερο, πάντα με κόσμο, περιμένουν το λεωφορείο , πια να είναι η ιστορία τους; Περνάω τη Στουρνάρη και ο δρόμος αλλάζει ύφος , με εντυπωσιάζει εκεί η Αθήνα, κτίρια παλιά , στοές , μυρίζουν καυσαέριο, έχουν γοητεία όμως, μου αρέσουν. Πρέπει να στρίψω, κατευθύνομαι προς Εξάρχεια, στο πεζοδρόμιο ένας άστεγος κοιμάται, δεν αισθάνομαι τίποτε, μα τίποτε. Ανεβαίνω έναν πεζόδρομο οδηγεί στη Ναυαρίνου εκεί βρίσκεται το Πανεπιστήμιο, έχει λίγη ανηφόρα και λαχανιάζω , νάτο το πανεπιστήμιο , φοιτητές απ’ έξω, ήρθα στο ιερατείο , τα πανεπιστήμια ιερατεία, η γνώση στυλιζαρισμένη σε τυπικότητες , πρέπει να αρέσω στους καθηγητές, δε θέλω να αρέσω στους καθηγητές. Μπαίνω μέσα. Σκοτεινά. Φτάνω στην αίθουσα. Κλείνω την πόρτα.


1 σχόλιο: